Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

ΠΟΛ Ο ΜΑΥΡΟΣ



Το Διήγημά μας


του Γιάννη Τεκίδη


«Τι να σου τάξω να ημερώσεις λίγο ρε παλιόκαιρε; ¨» μουρμούρισε ο Πόλ ο μαύρος καθώς σήκωνε τα μάτια ψηλά στον ουρανό ικετεύοντας τον αόρατο συνομιλητή του να φανεί συμπονετικός, να τον αφήσει να φτάσει στο σπίτι του.
«Με περιμένουν οι δικοί μου, η γυναίκα μου, ο γιος μου…» συνέχισε να μονολογεί απελπισμένος, αλλά που αυτός. Βούλιαζε στο χιόνι ο Πόλ μέχρι το γόνατο και ο παγωμένος βοριάς, σκέτο φαρμάκι, του έκοβε την ανάσα. Πόσες φορές έκανε αυτό το δρομολόγιο μέσα από το βουνό, ούτε κι αυτός θυμόταν όλα αυτά τα χρόνια, μα πρώτη φορά συνάντησε τόσο άσχημο καιρό. Λαχανιασμένος στάθηκε στο κούφωμα ενός βράχου που δεν το έπιανε ο αέρας και το χιόνι, να πάρει λίγες ανάσες. Έψαξε για τα τσιγάρα, μούσκεμα το πακέτο και ο αναπτήρας γύρευε τώρα που τον έχασε. Βλαστήμησε για την κακοτυχία του και κάθισε ακουμπώντας την πλάτη στο βράχο. «Για λίγο» έκανε τη σκέψη «να ξεκουραστώ μια στάλα και συνεχίζω». Πήρε να σκοτεινιάζει, κάτασπρο το τοπίο από το χιόνι ένα γύρω, κι αυτός χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει έκλεισε τα μάτια.
Όνειρο η πραγματικότητα αυτό που άρχισε ευθύς να ζει, ποτέ δεν θα είχε την ευκαιρία να το ξεδιαλύνει ο Πόλ ο μαύρος. Ας είναι. Γύρισε ο χρόνος πίσω κι αυτός στη μέση τής κάμαρας όρθιος να κρατά στα χέρια του τον γιό του Ρομπέρτο, μόλις λίγων μηνών. Δίπλα η γυναίκα του η Ανίσα, να γκρινιάζει για την απόφαση του να φύγει στα ξένα, να βγάλει λίγα χρήματα, να φτιάξουν τη ζωή τους. Τους αποχαιρέτησε ένα πρωινό και πήρε το δρόμο για την Ελλάδα. «Για λίγο γλυκιά μου. Θα δεις, όλα θα πάνε καλά.». Καθόλου καλά τα πράγματα για τον Πόλ στα καινούργια μέρη. Ξένος και παράνομος, ότι πιο χειρότερο. Έσφιξε τα δόντια, μάζεψε υπομονή και ρίχτηκε στη δουλειά. Λίγα τα χαΐρια, μικρό και καθόλου σίγουρο το μεροκάματο, καθημερινές οι βρισιές, οι προσβολές και το κυνηγητό με την αστυνομία. Λιγόστεψαν και τα μεροκάματα στην οικοδομή και από τη Θεσσαλονίκη τράβηξε κατά το ύπαιθρο γυρεύοντας δουλειά στα χωράφια. Λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη στο χωρίο Λιτή γνώρισε τον Μίλτο
«Ψάχνεις δουλειά ρε μαύρε;» τον ρώτησε εκείνος πάνω από το τρακτέρ του, τη μέρα που συναντήθηκαν στο έμπα του χωριού. « Τι με κοιτάς έτσι ρε σαν χάνος;» συνέχισε ο Μίλτος, καθώς ο Πόλ δεν άνοιγε το στόμα να πει κουβέντα. «Σάλτα ρε στο τρακτέρ να φύγουμε γιατί βραδιάσαμε». Σάλταρε ο Πόλ, τα είπαν, συμφώνησαν, κατέβηκαν και στο καφενείο να πιούνε ένα τσίπουρο.
«Ο μαύρος από εδώ, είναι ρε ο καινούργιος μου βοηθός» σύστησε στους θαμώνες ο Μίλτος τον Πόλ.
«Πολ. με λένε» ψιθύρισε εκείνος με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα.
«Ε..καλά, δεν χάθηκε κι ο κόσμος. Πόλ ο μαύρος..» είπε ο Μίλτος, και γέμισε χαχανητά το καφενείο με την ατάκα του. Έτσι οι ντόπιοι βάφτισαν από εκείνη τη μέρα τον ξένο, και επειδή δεν τους πολυάρεσε το ΄΄Πόλ΄΄, έμεινε σκέτο στο τέλος το ΄΄μαύρος΄΄.
Έπεσε με τα μούτρα ο μαύρος από την επόμενη στη δουλειά. Καμιά τριανταριά στρέμματα δικά του είχε ο Μίλτος, νοίκιασε άλλα εκατό και τα έσπειρε καλαμπόκι. Πρίμα ο καιρός, πλούσια η σοδειά, έβαλε κάτω χαρτιά και μολύβι το αφεντικό να λογαριάσει τα κέρδη. Από κοντά και ο Πόλ χαίρονταν ο μαύρος, γιατί τι διάολο, τόση δουλειά πάτησε, θα έπαιρνε κι αυτός το μερτικό του. Έτσι λογάριαζαν μέχρι που πλάκωσαν οι έμποροι και χάλασε το πράγμα.
«Οι γαμημένοι» ωρύονταν ο Μίλτος « με τις τιμές που δίνουν, ούτε τα έξοδα μου δεν βγάζω..»
Πήγαιναν και έρχονταν τα κοράκια με τις γραβάτες, τα ακριβά κουστούμια και τα πολυτελή αυτοκίνητα, μετρώντας την υπομονή των παραγωγών μέχρι να τους γονατίσουν.
«Τα βλέπεις τα χαΐρια μας ρε…τα βλέπεις;» ρωτούσε φουρκισμένος τον Πόλ,
λες κι εκείνος να ήταν σε θέση να του δώσει μια λύση.
« Γαμησέτα, σου λέω, μαύρε…γαμησέτα. Μ ε τη δουλειά και την αγιαστούρα στο χέρι, θεού πρόσωπο δεν βλέπεις. Τους είδες, τζάμπα μας πήρανε τη σοδειά, τζάμπα. Ποιος ο κάβουρας , ποιο και το ζουμί του. Κι εσένα ρε πως θα σε εξοφλήσω;»
Σώπαινε ο Πόλ με τα χέρια στις τσέπες, κοιτώντας αφηρημένα τον τοίχο. Άνθρακες ο θησαυρός και για τον δόλιο τον Αλβανό..
« Κράτος σου λέει ο άλλος, κράτος σκατά. Αφήνει αδέσποτα τα κάθε λογής λέσια, να ληστεύουν και να ρημάζουν τον κοσμάκη…». Είπε κι άλλα ο Μίλτος, έβρισε , βλαστήμησε, στο τέλος έριξε και μια μεγάλη μούντζα κατά το νότο, κι έπεσε βαρύς, εξουθενωμένος σε μια καρέκλα. Άναψαν τσιγάρο πέφτοντας σε περισυλλογή. Κάποια στιγμή εκείνος στύλωσε το κορμί του στη καρέκλα, το πρόσωπο του πήρε μια παράξενη έκφραση καθώς στρέφονταν προς τη μεριά του Πόλ.
« Ρε εσύ, έχω μια ιδέα. Για πλησίασε ρε…για πλησίασε»
Πλησίασε κι ο μαύρος γεμάτος απορία να ακούσει την ιδέα του αφεντικού του. Κι όσο άκουγε τόσο τον έζωναν τα φίδια.
« Αν μας πιάσουν αφεντικό, χαθήκαμε.»
«Αστο πάνω μου ρε και μη σε νοιάζει» επέμενε εκείνος και βάλθηκε να εξηγεί ακόμα μια φορά το σχέδιο του.
Έτσι ξεκίνησαν τα δρομολόγια εκείνη την Άνοιξη του 95. Ο Πόλ παραλάμβανε την ομάδα των συμπατριωτών του από την Αλβανία, πότε πέντε, πότε δέκα άτομα, και μέσα από το βουνό τους κατέβαζε στην Ελλάδα. Έξω από τα Γιάννενα τους περίμενε ο Μίλτος άλλοτε με ταξί και άλλες φορές με φορτηγάκι για να τους μεταφέρει στο εσωτερικό. Τριάντα χιλιάρικα το κεφάλι όρισε τη ταρίφα ο Μίλτος, κι αν τους έβρισκε και δουλειά το κόστος μεγάλωνε. Αποφασιστικός, αδίστακτος, είχε οργανώσει τέλεια ένα κανονικό δίκτυο διακίνησης παράνομων αλλοδαπών, λαδώνοντας τελωνειακούς, ακόμη και μπάτσους. Δυνατός και ανθεκτικός στη κακουχία, κάμποσες φορές έκανε και ο ίδιος τη διαδρομή στο βουνό, συνοδεύοντας το πολύτιμο φορτίο του. Ζεστάθηκε και η ορφανή από χρήμα τσέπη του έρμου του μαύρου, κι έτσι παραμέρισαν φόβοι και δισταγμοί. Για τα μάτια του κόσμου καταγίνονταν και οι δύο με τα χωράφια, κι όλα κυλούσαν μια χαρά. Μέχρι που ο Μίλτος είχε και μια δεύτερη ιδέα.
« Που λες συνεταιράκι, το σκέφτηκα αρκετά πριν το αποφασίσω. Αφού λοιπόν τα πάμε μια χαρά στις δουλειές, λέω να συγγενέψουμε κιόλας.»
Γύρισε ξαφνιασμένος ο Πόλ και τον κοίταξε.
«Μη σκιάζεσαι ρε, είναι για το καλό σου. Την ανιψιά μου την Ερμιόνη την ξέρεις. Δεν λέω, είναι λίγο μπαγιάτικη, έχει κι εκείνο το μικροκουσούρι στο πόδι. Αλλά από νοικοκυριό, μη μου πεις, σκίζει. Θα βολευτείς κι εσύ ρε, θα έχεις κάποιον να σε περιμένει, ένα πιάτο ζεστό φαί, σώβρακο καθαρό να αλλάξεις, τρύπα να ξεχαρμανιάζεις όποτε γουστάρεις.»
« Δεν γίνονται αυτά αφεντικό» μουρμούρισε βραχνιασμένος ο Πόλ, ενώ η καρδιά του πετάρισε από την απρόσμενη πρόταση του άλλου.
« Γιατί ρε, ελεύθερος δεν είσαι; Εντάξει μπορεί να σου ρίχνει καμιά δεκαριά χρονάκια, αλλά ούτε οι πρώτοι είστε, ούτε οι τελευταίοι. Άντε και σου κάνω χάρη μπαγάσα, κι εσύ μου παριστάνεις το δύσκολο. Μόλις πάρεις τη πράσινη κάρτα, ντουγρού για το δημαρχείο, με τη νύφη αγκαζέ»
Ήταν η ανάγκη, ήταν το όνειρο που αχνόφεγγε στο βάθος μακριά, κλείνοντας του το μάτι πονηρά, ήταν τέλος και ο φόβος που του προκαλούσε ο Μίλτος. Ο συνεταίρος του δεν χαμπάριζε από αισθήματα και φιλίες και τέτοια. Έκλαψε πικρά ο Πόλ ο μαύρος, αναθεματίζοντας το γραφτό του, πριν ανέβει τα σκαλιά του δημαρχείου εκείνη τη καταραμένη μέρα, έχοντας στο πλευρό του την Ερμιόνη. Κι όση ώρα κρατούσε η τελετή, αυτός έπαιρνε χίλιους όρκους, πως μόλις μαζέψει λίγα χρήματα θα ξεκινούσε κρυφά για εκεί που τον περίμεναν εκείνοι που λάτρευε.
——————————————
Όνειρο η παιχνίδια της φαντασίας αυτό που τώρα ζούσε ξαπλωμένος στη ρίζα του βράχου, ο Πόλ δεν θα είχε ο δύστυχος την ευκαιρία ποτέ να απαντήσει. Μοναχά κάποια στιγμή μισάνοιξε τα μάτια και ανασηκώθηκε στους αγκώνες του, προσπαθώντας να καταλάβει που βρίσκεται. Είχε σκοτεινιάσει και το χιόνι πιο έντονα τώρα συνέχιζε να πέφτει ακατάπαυτα.. Έσυρε το χέρι του με δυσκολία στην αριστερή εσωτερική μεριά του μπουφάν του, στη τσέπη, εκεί που φύλαγε το εισιτήριο για την καινούργια του ζωή. Τριακόσια χιλιάρικα, μετρημένα σχολαστικά, ένα προς ένα. Έγειρε ξανά το κεφάλι πίσω, κι αναλογίστηκε ευχαριστημένος, την έκπληξη στα πρόσωπα της Ανίσα και του Ρομπέρτο, έτσι καθώς θα τον έβλεπαν ξαφνικά μπροστά τους. Αχ που μόνο αυτή η επίμονη νύστα, αυτό το παράξενο μούδιασμα που αγκάλιαζε σαγηνευτικά όλο του το κορμί και το καθήλωνε στο χώμα, δεν τον άφηναν να προχωρήσει.
«Λίγο ακόμα να κοιμηθώ, λίγο και...» ψιθύρισε, καθώς βυθίζονταν σε λήθαργο.
——————————————————
Δυο μέρες περίμενε και σαν είδε ότι ο μαύρος δεν φαίνονταν πουθενά, αναποδογύρισε την περιοχή ο Μίλτος, για να τον ξετρυπώσει. Άφαντος ο Πόλ, ψυχή δεν τον είδε, μήτε τον απάντησε κανείς. Δεν του έφτανε η εξαφάνιση του Πόλ, είχε και τον καημό της ανιψιάς του, που ξαφνικά έμεινε ζωντοχήρα.
«Βαλάντωσε στο κλάμα» του πρόλαβε τα νέα η αδελφή του η Ξένη, μητέρα της Ερμιόνης, «δεν έχει, λέει, μούτρα να βγει στη γειτονιά. Άσε που υποψιάζομαι ότι το μαυροτσούκαλο την γκάστρωσε κιόλας.»
Κάποιος του σφύριξε ότι στο διπλανό χωριό την Ασηρο, δουλεύει ένας συντοπίτης του Πολ, που μπορεί να ξέρει κάτι. Στη καφετερία του χωριού τον συνάντησε ο Μίλτος, κι έμεινε κόκαλο από την έκπληξη με όσα άκουγε.
«Έχει γυναίκα και παιδί, αφεντικό, δεν σας το είπε; Τον ξέρω καλά, στο ίδιο χωριό μεγαλώσαμε, μαζί πηγαίναμε για χρόνια σχολείο. Ο γιος του θα κοντεύει τώρα τα πέντε χρόνια…»
Έβριζε, απειλούσε, και αναθεμάτιζε θεούς και δαίμονες ο Μίλτος, καθώς επέστρεφε στο χωριό του. Μα να πιαστεί τόσο κορόιδο, αυτός που δεν του ξέφευγε τίποτα. Κόντευε να σκάσει από το κακό του για το χουνέρι που του έστησε ο ΄΄κωλοαλβανός, το σίχαμα, ο αγροίκος’’ και βάλθηκε να σχεδιάζει τον εντοπισμό του για να του δώσει να καταλάβει μια και καλή. Κρατούσε στα χέρια του το διαβατήριο και τα χαρτιά του Πόλ και χαμογελούσε χαιρέκακα, ΄΄ χωρίς αυτά ρε πούστη δεν πάς πουθενά. Για σένα μόνο ο δρόμος του βουνού είναι ανοιχτός. Πρέπει όμως να μάθω πρώτα αν έφτασες στο σπίτι σου’’.
Κι έμαθε ο Μίλτος, κι έστειλε το συγχωριανό του Πόλ στην Αλβανία με δικά του έξοδα, να δει αν έφτασε εκείνος στο σπίτι του. Δυο μέρες αργότερα ήρθε και το τηλεφώνημα, ΄΄ όχι αφεντικό ο Πόλ δεν φάνηκε εδώ’’.
Σε κανένα δεν είπε τίποτα, μόνο πήρε το αμάξι του και τράβηξε για τα Γιάννενα. Το παράτησε στη πόλη και συνέχισε με τα πόδια τώρα από το βουνό. Γνωστή γi αυτόν η διαδρομή, αναμενόμενες και οι δυσκολίες, αλλά ο Μίλτος δεν καταλάβαινε από τέτοια, κι ας αγρίευε κατά διαστήματα ο καιρός, κι ας τον προειδοποιούσε για το θράσος του να μην τον λογαριάζει. Το ξημέρωμα της δεύτερης μέρας τον βρήκε. Σταμάτησε λαχανιασμένος για λίγο, μακριά από το ακίνητο σώμα, προσπαθώντας να βρει τα λόγια που ταιριάζουν στη περίσταση.
«Αα…ρε μαύρε, Αα…ρε μαύρε, που νόμιζες ότι δεν θα σε ξετρύπωνα», φώναξε, και πλησιάζοντας τον γονάτισε δίπλα του.
«Ξύπνα ρε κάθαρμα…ξύπνα γαμώτο», ούρλιαζε και αρπάζοντας από τα πέτα του μπουφάν τον άμοιρο τον Πόλ, άρχισε να τον ταρακουνά. Έσκυψε πάνω από το στήθος του αποκαμωμένος, να αφουγκραστεί κάποιο ίχνος ζωής, μια ανάσα. Τίποτα.
Έμεινε έτσι με ακουμπισμένο το κεφάλι στο νεκρό κορμί, κάμποση ώρα.
«Τι κατάλαβες τώρα ρε…τι κατάλαβες; Δεν απαντάς κωλόπαιδο ε;…δεν απαντάς. Φιρί- φιρί ρε πήγαινες να φας το κεφάλι σου, και το κατάφερες. Όπως έστρωσες ρε μαλάκα να κοιμηθείς…όπως έστρωσες βλάκα»
Αράδιασε κι άλλα ο Μίλτος, φώναζε και βλαστημούσε στη ερημιά τρομάζοντας πουλιά και αγρίμια, ενώ ξεσπούσε τη μανία του κλωτσώντας δεξιά και αριστερά το παγωμένο χιόνι. Πήρε κατόπιν να ψάχνει τα ρούχα του νεκρού, όταν στη μέσα τσέπη του μπουφάν του, ανακάλυψε τα τριακόσια χιλιάρικα και μαζί μ΄αυτά και την παλιά ξεθωριασμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία. Μια νέα κοπέλα χαμογελούσε ανέμελα κρατώντας στην αγκαλιά της ένα μωρό. Άναψε τσιγάρο και βάλθηκε να χαζεύει τη φωτογραφία.
« Η γυναίκα και το παιδί του», μουρμούρισε επαναλαμβάνοντας αρκετές φορές τη φράση. Πέταξε το μισοτελειωμένο τσιγάρο, κούμπωσε βιαστικά το χοντρό πανωφόρι του κι ετοιμάστηκε για την επιστροφή. Μια στιγμή στράφηκε στο νεκρό.
«Αυτά ρε..» είπε, κρατώντας τα λεφτά στα χέρια του, «δεν σου χρειάζονται εκεί που πας. Όσο για τη φωτογραφία, δικιά σου είναι, σου την αφήνω.»
Δεν προχώρησε περισσότερο από δέκα μέτρα, όταν κοντοστάθηκε σαν κάτι να θυμήθηκε. Έμεινε έτσι συλλογισμένος αρκετή ώρα, σκάβοντας αμήχανα με τη μύτη του παπουτσιού του το χιόνι. Ύστερα σήκωσε ψηλά το κεφάλι στο γκρίζο ουρανό, σαν να προσδοκούσε από αυτόν την απάντηση στο ερώτημα που τον βασάνιζε. Δεν χρειάστηκε να περιμένει άλλο, γύρισε και με σίγουρο βήμα πήρε την κατεύθυνση προς την Αλβανία.
———————————————-
Είχε σουρουπώσει για τα καλά όταν έφτασε στο χωριό του Πόλ. Βρήκε στο καφενείο της πλατείας καμπόσους να χαρτοπαίζουν και να πίνουν. Ρώτησε για το σπίτι του Πόλ, πήρε και ένα από αυτούς μαζί του που μίλαγε τα ελληνικά. Κοίταζαν με περιέργεια και μάτια γεμάτα έκπληξη η νεαρή γυναίκα και το πεντάχρονο αγόρι, τον αναπάντεχο νυχτερινό τους επισκέπτη, χωρίς να καταλαβαίνουν.
« Πες της φίλε» στράφηκε αυτός στον Αλβανό «ότι γνωρίζω τον άντρα της, ότι ήρθα για δουλειές στα Τίρανα, και με παρακάλεσε να περάσω από το σπίτι του, να δω τι κάνουν η γυναίκα και το παιδί του»
Μετάφρασε ο Αλβανός, δίχως όμως να πάρει απάντηση από τη γυναίκα που συνέχιζε να τον κοιτά ακίνητη, λες και είχε μαρμαρώσει. Έβγαλε ο Μίλτος από την τσέπη του παλτού του τα χρήματα και τα άφησε στο τραπέζι.
«Εξήγησε της ρε, ότι τα στέλνει ο άντρας της» είπε και στράφηκε προς τη πόρτα. Δεν πρόλαβε να δρασκελίσει το κατώφλι, όταν ακούστηκε η γυναίκα.
«Τι λέει;»
« Ρωτάει, φίλε, πότε θα γυρίσει ο Πόλ»
«Θα γυρίσει πες της, κάποτε θα γυρίσει…» απάντησε αυτός με στραμμένη την πλάτη στους άλλους.
Ο Μίλτος γύρισε στο χωριό φανερά αλλαγμένος. Κακόκεφος, σκεφτικός, λιγομίλητος, παράτησε το χαρτί και απέφευγε το πιοτό και τις φασαρίες. Ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν οι δικοί του και οι φίλοι, τι απέγινε τελικά ο Πόλ ο μαύρος, και απάντηση καθαρή δεν έπαιρναν.
«Έφυγε ρε παιδιά… έφυγε. Πήρε των ομματιών του για άλλους τόπους…τι να πω» συνήθιζε να λέει, όταν επιμένανε οι άλλοι να ρωτούνε, και χαμογελούσε περίεργα.
Κι όταν χαμογελούσε γλύκαιναν τα σκληρά χαρακτηριστικά του προσώπου του, σχεδόν γινόταν όμορφος ο μπαγάσας.-



Ο Γιάννης Τεκίδης γεννήθηκε στις Σέρρες το 1952.
Ζει και εργάζεται από το 1979 στην Κατερίνη.
Η συλλογή διηγημάτων “Το τέρας που κοιμάται είναι το δεύτερο βιβλίο του.
Το πρώτο του βιβλίο επίσης συλλογή διηγημάτων
“Το όνειρο αργεί”
(Εκδόσεις ΤΡΑΜΑΚΙΑ), εκδόθηκε το 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου